γόμος

γόμος, , ([etym.] γέμω)
A ship's freight, cargo, A.Supp.444 (dub.), D.32.4; πεντακισχιλίων ταλάντων γόμον ἔχειν to be of 5,000 talents burden, Hdt.1.194.
2 beast's load, Babr.7.11, LXXEx.23.5, al., PAmh.2.138.11 (pl., iv A. D.);

γ. καμηλικός OGI629.87

, al. (Palmyra, ii A. D.); γ. καρρικός ib.16.
3 guild of transport-agents in Nubia, CIG4980, al.
II γὁμος· ζωμός, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γόμος — ship s freight masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμος — ο (AM γόμος) [γεμώ] μσν. νεοελλ. (στη μαγειρική) γέμιση, παραγέμισμα νεοελλ. 1. υλικό με το οποίο γεμίζουν στρώματα, μαξιλάρια κ.λπ. 2. γόμωση πυροβόλου όπλου αρχ. 1. φορτίο πλοίου 2. φορτίο υποζυγίου …   Dictionary of Greek

  • γόμος — ο 1. γέμιση μαξιλαριού ή στρώματος: Έβαλε γόμο στο μαξιλάρι πούπουλα. 2. γέμιση φαγητού: Έβαλα γόμο στην πάπια ρύζι και κιμά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γόμοι — γόμος ship s freight masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμοις — γόμος ship s freight masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμον — γόμος ship s freight masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμου — γόμος ship s freight masc gen sg γομόω load pres imperat act 2nd sg γομόω load imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμους — γόμος ship s freight masc acc pl γομόω load imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμων — γόμος ship s freight masc gen pl γομόω load imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) γομόω load imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόμῳ — γόμος ship s freight masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπέργομος — ον, ΜΑ παραφορτωμένος, φορτωμένος περισσότερο από το κανονικό (α. «ἂν μή τις ὑπέργομον ποιήσῃ τὸ πορθμεῑον», Στράβ. β. «μόδιος ὑπέργομος», Επιφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + γόμος «φορτίο» (< γέμω), πρβλ. κατά γομος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.